ένστικτο
ουσιαστικόΈμφυτη, μη συνειδητή τάση ή ικανότητα οργανισμών για αυτοματοποιημένες αντιδράσεις ή συμπεριφορές σε συγκεκριμένες καταστάσεις, που κατευθύνουν τη δράση προς την επιβίωση, την αναπαραγωγή ή την ικανοποίηση βασικών αναγκών χωρίς λογικό συλλογισμό.
Συνώνυμα
διαίσθηση προαίσθημα ώθηση όρμη παρόρμηση διαισθητικότητα έφεση αίσθημα επιθυμία αντίληψη διαίσθημα συναίσθημα υποψία αίσθηση αυθορμησία υπόνοια
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το ένστικτο της αυτοσυντήρησης τον έκανε να εγκαταλείψει το κτίριο.
- Το ένστικτο της μητέρας την ώθησε να προστατέψει το παιδί.
- Ακολούθησε το ένστικτο, όχι τη λογική.
- Το ένστικτο του προπονητή τον οδήγησε να αλλάξει την τακτική στο ημίχρονο.
- Στα άγρια ζώα, το ένστικτο για αναζήτηση τροφής είναι ζωτικής σημασίας.