ένοχος
επίθετο1. Που έχει διαπράξει παράβαση ή έγκλημα και θεωρείται υπεύθυνος γι' αυτό από νομική ή κοινωνική άποψη.
2. Που φέρει ευθύνη ή κατηγορούμενη θέση για κάποιο λάθος, βλάβη ή άδικο αποτέλεσμα.
Συνώνυμα
υπαίτιος υπεύθυνος ενοχοποιημένος καταδικασμένος αίτιος δράστης κατάδικος κατηγορούμενος παραβάτης ύποπτος εγκληματίας αμαρτωλός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το δικαστήριο τον κήρυξε ένοχο.
- Ο οδηγός κρίθηκε ένοχος για το ατύχημα.
- Η μητέρα ένιωσε ένοχη που έλειψε από την παράσταση.
- Μετά την αποκάλυψη, οι ένοχοι απέφυγαν να εμφανιστούν.
- Νιώθω ένοχος κάθε φορά που θυμάμαι το λάθος μου.