έθνος
ουσιαστικό1. Κοινότητα ανθρώπων με κοινά χαρακτηριστικά όπως ιστορικές αναφορές, γλώσσα, πολιτισμός ή θρησκεία, που αναπτύσσει αίσθηση κοινής ταυτότητας και αλληλεγγύης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το έθνος γιόρτασε την επέτειο της ανεξαρτησίας.
- Αυτό το έθνος έχει κοινή γλώσσα και πολιτιστικές παραδόσεις.
- Τα έθνη του κόσμου προσπαθούν να συνεργαστούν για την ειρήνη.
- Οι πολίτες ένιωσαν υπερηφάνεια για το έθνος τους.
- Η έννοια του έθνους έχει αλλάξει με την παγκοσμιοποίηση.