άτυπος
επίθετο1. Που δεν ακολουθεί τις καθιερωμένες ή τυπικές διαδικασίες, κανόνες ή προδιαγραφές.
2. Που δεν διαθέτει θεσμοθετημένη μορφή ή στερεή δομή και λειτουργεί εκτός επίσημων πλαισίων.
Συνώνυμα
ανεπίσημος ατυπικός πρόχειρος αδόμητος αδόκιμος αντισυμβατικός έκτακτος ανορθόδοξος παράτυπος ασυνήθης αυθαίρετος ανώμαλος χαλαρός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο άτυπος εκπρόσωπος της κοινότητας μίλησε χωρίς επίσημη εντολή.
- Καλέσαμε σε μια άτυπη συνάντηση στο καφέ για να συζητήσουμε χαλαρά.
- Το περιστατικό παρουσίασε ένα άτυπο σχήμα συμπτωμάτων που μπέρδεψε τους γιατρούς.
- Οι άτυποι κανόνες της ομάδας άλλαζαν συνεχώς και δεν ήταν καταγεγραμμένοι.
- Οι άτυπες εργασίες που έγιναν εκτός προγράμματος δεν εμφανίστηκαν στη λίστα.
- Υπήρχαν κάποια άτυπα σημεία στην εξέταση που δεν ταιριάζουν με την κλασική εικόνα.