άστοχος

επίθετο

1. Που αποτυγχάνει να πετύχει τον σκοπό, το αποτέλεσμα ή τον στόχο που είχε επιχειρηθεί.

2. Που παρουσιάζεται με έλλειμμα ακρίβειας ή ορθότητας σε κρίση, εκτίμηση, παρατήρηση ή περιγραφή.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το σουτ του ήταν άστοχο και η μπάλα πέρασε δίπλα από το τέρμα.
  • Το σχόλιό του ήταν άστοχο και προσέβαλε αρκετούς παρευρισκόμενους.
  • Η παρέμβασή της στη συζήτηση ήταν άστοχη και έκανε χειρότερα τα πράγματα.
  • Έκανε έναν άστοχο ελιγμό με το αυτοκίνητο και προκάλεσε κίνδυνο.
  • Οι παρατηρήσεις τους ήταν άστοχες και δεν βοήθησαν την ομάδα να βελτιωθεί.