άρχομαι
ρήμα1. Ξεκινώ μια ενέργεια ή διαδικασία· εισέρχομαι στην αρχική φάση μιας πράξης, κατάστασης ή γεγονότος.
2. Παίρνω την πρωτοβουλία ή αρχίζω να ενεργώ σε κάτι, συχνά με σταδιακή ή αυτοπαθή έναρξη.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Από σήμερα άρχομαι να γυμνάζομαι κάθε πρωί.
- Μόλις άρχομαι να καταλαβαίνω το μάθημα, με διακόπτουν.
- Όταν άρχομαι να δουλεύω πάνω σε ένα καινούργιο έργο, φτιάχνω ένα λεπτομερές σχέδιο.
- Κάθε φορά που άρχομαι να μιλώ για τα προσωπικά μου, νιώθω άβολα.
- Στη συνέντευξη είπε: 'Τώρα άρχομαι να αναλάβω την ευθύνη.'