τρίχα

ουσιαστικό

1. Λεπτό, ευθύ ή κυματοειδές στέλεχος κερατινοειδούς ύλης που αναπτύσσεται από τους θύλακες του δέρματος σε άνθρωπο ή ζώο.

2. Λεπτή ίνα ή νήμα φυτικής, ζωικής ή συνθετικής προέλευσης, λεπτό σε διάμετρο και συχνά ευαίσθητο.

Συνώνυμα

τριχάκι τριχούλα τρίχωμα μαλλί κλωστή νήμα ψήγμα μαλλιά

Αντώνυμα

φαλάκρα φαλακρότητα αλωπεκία αποτρίχωση γυμνότητα

Παραδείγματα χρήσης

  • Μου μπήκε μια τρίχα στο μάτι και με ενοχλεί.
  • Το σκυλί αφήνει πολλές τρύχες στον καναπέ.
  • Από τη φωτιά δεν έμεινε ούτε τρίχα.
  • Στην αίθουσα επικρατούσε σιωπή· δεν κουνιόταν ούτε τρίχα.
  • Μια τρίχα τον χώριζε από τη νίκη.