μέταλλο

ουσιαστικό

Στερεή (συνήθως) χημική ουσία, είτε στοιχείο είτε κράμα, που εμφανίζει μεταλλική λάμψη, καλή αγωγιμότητα θερμότητας και ηλεκτρικού ρεύματος, ελατότητα και επιμηκυνσιμότητα λόγω μεταλλικών δεσμών μεταξύ ατόμων· ορισμένα μέταλλα (π.χ. ο υδράργυρος) είναι υγρά σε θερμοκρασία δωματίου.

Συνώνυμα

μέταλλο σίδερο σίδηρος ατσάλι χαλκός χρυσός ασήμι αλουμίνιο κράμα ορείχαλκος μπρούντζος πλατίνα τιτάνιο ψευδάργυρος μόλυβδος μαγνήσιο βολφράμιο βηρύλλιο τσαγανό μέταλ υλικό ορυκτό

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το πλαίσιο του ποδηλάτου είναι από μέταλλο.
  • Το χρυσό είναι ένα πολύτιμο μέταλλο.
  • Το μέταλλο ανακυκλώνεται εύκολα.
  • Στον αγώνα απέδειξε ότι έχει μέταλλο.
  • Για την κατασκευή χρειάζονται ανθεκτικό μέταλλο.