κόκαλο

ουσιαστικό

1. Μόρφωμα από οστέινη ύλη που αποτελεί μέρος του σκελετού των σπονδυλωτών, σκληρό και ανθεκτικό, το οποίο στηρίζει το σώμα, προστατεύει εσωτερικά όργανα και προσφέρει σημεία πρόσφυσης για μύες.

Συνώνυμα

οστό κοκαλάκι σκελετός σπόνδυλος πλευρό κνήμη μηρός κλείδα κρανίο ισχίο ωμοπλάτη βραχιόνιο

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το κόκαλο έχει σπάσει και θα το βάλουν σε γύψο.
  • Βρήκα ένα κόκαλο στο κομμάτι κοτόπουλου.
  • Οι αρχαιολόγοι ανακάλυψαν ένα μεγάλο κόκαλο από προϊστορικό ζώο.
  • Όταν άκουσε την είδηση, έμεινε κόκαλο.
  • Τα κόκαλα του σκελετού ήταν πολύ εύθραυστα.