κρέας
ουσιαστικό1. Μυϊκός και λιπώδης ιστός ζώων που αποτελούν βιολογικό μέρος του σώματος τους.
2. Τροφή ζωικής προέλευσης, συνήθως σε κομμάτια ή τεμάχια, που προορίζεται για κατανάλωση ωμή ή μαγειρεμένη.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Αγόρασα φρέσκο κρέας από το χασάπικο.
- Το κρέας πρέπει να μαγειρευτεί καλά για να σκοτωθούν τα βακτήρια.
- Εξαιτίας της δίαιτας, αποφεύγει το κρέας.
- Το κρέας των ζώων αποτελεί βασική πηγή πρωτεΐνης στη διατροφή μας.
- Στο πανηγύρι σέρβιραν ψητό κρέας και είχαν μεγάλο γλέντι.