μύς
ουσιαστικό1. Ιστός του οργανισμού που αποτελείται από ειδικά κύτταρα (μυϊκές ίνες) και είναι ικανός να συσπάται, παράγοντας δύναμη που προκαλεί κίνηση, σταθεροποίηση ή αλλαγή σχήματος σε μέρη του σώματος.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο μύς του βραχίονα πονάει μετά την προπόνηση.
- Οι μύες των ποδιών της έχουν ενδυναμωθεί.
- Ένας μικρός μύς τρύπωσε στην αποθήκη.
- Κρύφτηκε σαν μύς όταν άκουσε τον θόρυβο.
- Η μελέτη εξέτασε τη δομή κάθε μύς στο δείγμα.