ψωμί
ουσιαστικό1. Τρόφιμο που παρασκευάζεται κυρίως από αλεύρι και νερό, συχνά με μαγιά ή προζύμι, ζυμώνεται και ψήνεται ώστε να προκύψει στερεό ή αφράτο προϊόν που καταναλώνεται ως βασικό στοιχείο της διατροφής.
Συνώνυμα
άρτος καρβέλι φρατζόλα ψωμάκι παξιμάδι κουλούρι φρυγανιά ζυμωτό λαγάνα πίτα αρτοσκεύασμα τοστ μάζα απασχόληση βιοπορισμός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Αγόρασα φρέσκο ψωμί από τον φούρνο.
- Το ψωμί είναι βασικό στοιχείο της καθημερινής διατροφής.
- Με τη δουλειά του βγάζει το ψωμί του.
- Το ψωμί ψήθηκε και μοσχοβολά όλο το σπίτι.
- Έδωσε ένα κομμάτι ψωμί στους άπορους.