βέβηλος

επίθετο

1. Που εκδηλώνει ασέβεια ή περιφρόνηση προς ό,τι θεωρείται ιερό ή αξιοσέβαστο, μέσω λόγων ή πράξεων που το υποβαθμίζουν ή το προσβάλλουν.

Συνώνυμα

ασεβής ιερόσυλος βλάσφημος ιεροσυλητής ανίερος ασέβαστος άθεος κοσμικός σκωπτικός εμπαικτικός αντιθρησκευτικός

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Τον θεωρούσαν βέβηλο επειδή επέκρινε δημόσια τα ιερά έθιμα.
  • Η καταστροφή των εικόνων στην εκκλησία ήταν μια βέβηλη πράξη.
  • Ο παλιός ναός έγινε βέβηλος μετά από χρόνια εγκατάλειψης και βανδαλισμών.
  • Στο κείμενο, ο συγγραφέας συγκρίνει το ιερό με το βέβηλο.
  • Οι βέβηλες χειρονομίες του προκάλεσαν αγανάκτηση στην κοινότητα.