επιβεβλημένος

επίθετο

Που έχει επιβληθεί ή επιβάλλεται από κανόνες, νόμους ή περιστάσεις και απαιτεί τήρηση ή συμμόρφωση.

Συνώνυμα

υποχρεωτικός αναγκαστικός επιβαλλόμενος επιβληθείς απαραίτητος αναγκαίος επιτακτικός δεσμευτικός καταναγκαστικός αναπόφευκτος καίριος μονόδρομος

Αντώνυμα

προαιρετικός εθελοντικός προαιρετός περιττός αχρείαστος πλεοναστικός

Παραδείγματα χρήσης

  • Στον νέο κανονισμό, ο έλεγχος των πιστοποιητικών είναι επιβεβλημένος.
  • Η παρουσία ενός εκπροσώπου του σχολείου ήταν επιβεβλημένη.
  • Για την ασφάλεια των εργαζομένων, το μέτρο κρίθηκε επιβεβλημένο.
  • Μετά τα τελευταία γεγονότα, οι αλλαγές θεωρούνται επιβεβλημένες.
  • Σε περιόδους έκτακτης ανάγκης, η ταχεία αντίδραση είναι επιβεβλημένη.