χιτώνας
ουσιαστικόΕνδυμασία από ύφασμα που φοριόταν στην αρχαία Ελλάδα και τη Ρώμη, συνήθως απλή και ευθεία, καλύπτοντας το σώμα από τους ώμους έως τους γοφούς ή τους αστραγάλους και στερεούμενη με ζώνη ή πόρπες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο χιτώνας του πολεμιστή ήταν φθαρμένος από τις μάχες.
- Ο χιτώνας του ιερέα ήταν κεντημένος με χρυσές κλωστές.
- Ο χιτώνας που εκτίθεται στο μουσείο είναι μεταξωτός και χρονολογείται στον τέταρτο αιώνα.
- Ο χιτώνας του ηθοποιού στην αρχαία τραγωδία ήταν πολύχρωμος και εντυπωσιακός.
- Ο χιτώνας της σιωπής σκέπαζε την αίθουσα, δημιουργώντας βαριά ατμόσφαιρα.