όριο
ουσιαστικό1. Γραμμή, σημείο ή διαχωριστικό στοιχείο που οριοθετεί και ξεχωρίζει δύο χώρους, περιοχές ή ζώνες.
2. Περιορισμός ή κανόνας που καθορίζει την επιτρεπτή έκταση, ποσότητα, διάρκεια ή μορφή μιας ενέργειας, διαδικασίας ή συμπεριφοράς.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
άπειρο απεριόριστο ορίζοντας ελευθερία πυρήνας ασυδοσία επίκεντρο ανοικτότητα απελευθέρωση διεύρυνση
Παραδείγματα χρήσης
- Το όριο ταχύτητας στην εθνική οδό είναι 130 χιλιόμετρα την ώρα.
- Το όριο της συνάρτησης f(x) όταν x προσεγγίζει το 0 είναι 1.
- Το όριο μεταξύ των δύο χωριών είναι ο ποταμός.
- Έβαλαν όριο στο μηνιαίο προϋπολογισμό για να αποφύγουν υπερβάσεις.
- Φτάσαμε στο όριο των αντοχών μας και χρειάζεται ανάπαυση.