όπλο

ουσιαστικό

1. Αντικείμενο ή συσκευή σχεδιασμένη κυρίως για να προκαλεί τραυματισμό ή θάνατο σε ανθρώπους ή ζώα ή για να καταστρέφει αντικείμενα, που χρησιμοποιείται σε μάχες, αστυνομικές επιχειρήσεις, κυνήγι ή για αυτοάμυνα.

Συνώνυμα

οπλισμός πυροβόλο κανόνι πιστόλι περίστροφο τουφέκι καραμπίνα πολυβόλο αυτόματο καριοφίλι βόμβα νάρκη σπαθί ξίφος μαχαίρι στιλέτο ματσέτα ρόπαλο γκλοπ τόξο βέλος σάρισα μέσο όργανο εργαλείο χειροβομβίδα δόρυ μοχλός

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Οι αστυνομικοί βρήκαν ένα όπλο μέσα στο αυτοκίνητο.
  • Το όπλο του κατηγορουμένου κατασχέθηκε ως στοιχείο στη δικογραφία.
  • Το χιούμορ ήταν το καλύτερο όπλο του στις δημόσιες ομιλίες.
  • Πριν από την παράσταση, ο ηθοποιός έλεγξε αν το θεατρικό όπλο ήταν ασφαλές.
  • Η εκπαίδευση είναι το ισχυρότερο όπλο κατά της φτώχειας.