όμως

επίρρημα

1. Ενώνει προτάσεις ή φράσεις για να δηλώσει αντίθεση ή αντίρροπη πληροφορία σε σχέση με ό,τι προηγήθηκε.

2. Εκφράζει επιφύλαξη ή περιορισμό σε σχέση με την προηγούμενη δήλωση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ήθελα να πάω, όμως τελικά δεν πρόλαβα.
  • Η πρότασή του ήταν ενδιαφέρουσα, όμως δύσκολη στην εφαρμογή.
  • Ήταν κουρασμένος, όμως συνέχισε τη δουλειά μέχρι το τέλος.
  • Σκέφτηκα να αρνηθώ, όμως άλλαξα γνώμη την τελευταία στιγμή.
  • Υπάρχει κι άλλη εξήγηση, όμως δεν την έχουμε εξετάσει.
  • Δεν συμφωνώ με την ιδέα αυτή, όμως.