ψηφοφορία

ουσιαστικό

1. Διαδικασία κατά την οποία ένα σύνολο προσώπων εκφράζει την επιλογή, τη γνώμη ή την απόφασή του με την καταβολή ψήφων, συνήθως για την εκλογή αντιπροσώπων, τη λήψη συλλογικών αποφάσεων ή την έγκριση προτάσεων.

Συνώνυμα

εκλογές εκλογή δημοψήφισμα απόφαση ψήφος δημοσκόπηση σφυγμομέτρηση επιλογή

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ψηφοφορία στη Βουλή ολοκληρώθηκε με πλειοψηφία.
  • Στις προεδρικές εκλογές, η ψηφοφορία ξεκίνησε νωρίς το πρωί.
  • Το δημοψήφισμα απαιτούσε μυστική ψηφοφορία από όλους τους πολίτες.
  • Στη συνεδρίαση αποφασίστηκε να γίνει ψηφοφορία για την αποδοχή της πρότασης.
  • Η εταιρεία διεξήγαγε ηλεκτρονική ψηφοφορία για την επιλογή του εκπροσώπου.