χώρα
ουσιαστικό1. Γεωγραφική και πολιτική οντότητα με καθορισμένα σύνορα και οργανωμένη διοίκηση, στην οποία κατοικεί ένας λαός και λειτουργούν θεσμοί.
2. Έκταση γης ή περιοχή, με συγκεκριμένα γεωγραφικά ή διοικητικά χαρακτηριστικά.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η χώρα αποφάσισε να εφαρμόσει νέα οικονομικά μέτρα.
- Πολλές χώρες συμμετέχουν στο διεθνές συνέδριο.
- Οι πολίτες απαιτούν διαφάνεια από την κυβέρνηση της χώρας.
- Προτιμώ τη ζωή στην χώρα παρά την πολυκοσμία της πόλης.
- Η χώρα των παραμυθιών είναι γεμάτη φαντασία.