χόμπι

ουσιαστικό

Δραστηριότητα που ασχολείται κανείς εθελοντικά και με ευχαρίστηση στον ελεύθερο χρόνο του για ψυχαγωγία, δημιουργική έκφραση ή ανάπτυξη δεξιοτήτων.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το χόμπι μου είναι η ανάγνωση μυθιστορημάτων.
  • Έχουμε το ίδιο χόμπι, οπότε συναντιόμαστε κάθε Σάββατο για να ζωγραφίσουμε.
  • Το χόμπι της στην κατασκευή κοσμημάτων έγινε τελικά επάγγελμα.
  • Το χόμπι του με τις συλλεκτικές φιγούρες έχει κοστίσει ακριβά.
  • Ψάχνω ένα χόμπι που να με βοηθά να ξεφεύγω από την εργασία.