χωράω
ρήμα1. Εισέρχομαι ή τοποθετώ κάτι ή κάποιον μέσα σε έναν χώρο, δοχείο ή όχημα, χωρίς να υπερβαίνεται η διαθέσιμη χωρητικότητα.
2. Έχω ικανότητα ή χώρο να φιλοξενήσω ή να περιλάβω επιπλέον αντικείμενα, ανθρώπους ή στοιχεία.
Συνώνυμα
χωρώ μπαίνω περνάω στριμώχνομαι εντάσσομαι εντάσσω περιλαμβάνομαι περιλαμβάνω ενσωματώνομαι προλαβαίνω συμπεριλαμβάνομαι συμπεριλαμβάνω ενσωματώνω ταιριάζω προσαρμόζομαι εγκλείομαι περικλείομαι κατέχω περιέχω
Αντώνυμα
εξαιρούμαι αποκλείομαι αποκλείω κολλάω μπλοκάρω σφηνώνομαι αδυνατώ καθυστερώ αργώ περισσεύω εξαίρω αποβάλλομαι
Παραδείγματα χρήσης
- Στη βαλίτσα χωράω δύο ζευγάρια παπούτσια.
- Δεν χωράω στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου.
- Αύριο δεν χωράω άλλη συνάντηση στο πρόγραμμα.
- Δεν χωράει στο μυαλό μου τόση αδικία.
- Η λεζάντα δεν χωράει στο πλαίσιο της σελίδας.