χειρότερος
επίθετο1. Που χαρακτηρίζεται από χαμηλότερη ποιότητα, δυσμενέστερη κατάσταση ή ασθενέστερη επίδοση σε σύγκριση με κάτι άλλο.
Συνώνυμα
κακότερος κατώτερος υποδεέστερος επιδεινωμένος πτωχότερος ασθενέστερος ελαττωματικός μειονεκτικότερος οπισθοδρομικός απαίσιος χάλια σκατένιος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Αυτός είναι ο χειρότερος μήνας για ταξίδια.
- Η κατάσταση στην επιχείρηση έγινε χειρότερη μετά την αλλαγή διεύθυνσης.
- Το δεύτερο βιβλίο ήταν χειρότερο από το πρώτο.
- Μην το κάνεις χειρότερα, προσπάθησε να το διορθώσεις.
- Οι συνθήκες εργασίας έγιναν χειρότερες μετά τις απολύσεις.