χαριτολογώ
ρήμα1. Κάνω σχόλια ή παρατηρήσεις με χιουμοριστικό, παιχνιδιάρικο ή ελαφρώς ειρωνικό ύφος, με σκοπό να προκαλέσω γέλιο ή να ελαφρύνω την ατμόσφαιρα.
2. Πειράζω ή φλερτάρω κάποιον με ανεπίφορο και φιλικό τρόπο, χωρίς πρόθεση να προσβάλλω.
Συνώνυμα
αστειεύομαι αστειεύω χιουμορίζω πειράζω κοροϊδεύω αυτοσαρκάζομαι παίζω ειρωνεύομαι σαρκάζω παρωδίζω σατυρίζω σαχλαμαρίζω γελοιοποιώ σχολιάζω γελάω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Συνήθως χαριτολογώ για να χαλαρώσει η ατμόσφαιρα.
- Μην ανησυχείς, χαριτολογώ — δεν εννοούσα τίποτα κακό.
- Στο δείπνο με τους συναδέλφους, χαριτολογώ και όλοι γελούν.
- Συχνά χαριτολογώ μαζί της όταν θέλω να δείξω ενδιαφέρον χωρίς να γίνομαι επίμονος.
- Όταν η συζήτηση γίνεται δύσκολη, χαριτολογώ για να αποφύγω τη σύγκρουση.