χαμένος

επίθετο

1. Που δεν βρίσκεται ή δεν μπορεί να εντοπιστεί στην αναμενόμενη ή συνηθισμένη θέση του, είτε πρόκειται για αντικείμενο είτε για πρόσωπο.

2. Που σε ανταγωνιστική δοκιμασία δεν κερδίζει ή έχει υποστεί ήττα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

εντοπισμένος παρών νικητής προσανατολισμένος αποδοτικός σωσμένος ευρεθείς διασωθείς πρωταθλητής λυτρωμένος νικηφόρος συγκροτημένος διατηρημένος

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο χαμένος πεζοπόρος βρέθηκε κοντά στο μονοπάτι.
  • Η χαμένη βαλίτσα εμφανίστηκε στον σταθμό.
  • Το κλειδί ήταν χαμένο όλη μέρα και το βρήκα μόλις το βράδυ.
  • Αν και προσπάθησε πολύ, τελικά ήταν ο χαμένος του διαγωνισμού.
  • Ο κόπος του πήγε χαμένος όταν ακύρωσαν το έργο.
  • Με τους νέους όρους, πολλοί εργαζόμενοι αισθάνονται χαμένοι.