φωτογραφικός

επίθετο

1. Που έχει σχέση με τη φωτογραφία ή με τη λήψη εικόνων με κάμερα.

2. Που είναι κατάλληλος για φωτογράφιση ή για την αποτύπωση σε φωτογραφία.

3. Που χαρακτηρίζεται από εξαιρετική ακρίβεια ή λεπτομέρεια στην αποτύπωση ή στην ανάκληση εικόνων.

Συνώνυμα

οπτικός ρεαλιστικός πιστός ακριβής ευκρινής αναπαραστατικός εικονιστικός αυθεντικός φωτοεικονικός λεπτομερής εικονογραφικός οπτικοαπεικονιστικός

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο φωτογραφικός εξοπλισμός του στούντιο περιλαμβάνει φακούς και φλας.
  • Συμμετείχε σε έναν φωτογραφικό διαγωνισμό με θέματα τοπίου και πορτραίτου.
  • Το φωτογραφικό υλικό από την εκδήλωση χρησιμοποιήθηκε ως αποδεικτικό στοιχείο.
  • Η φωτογραφική μνήμη της την βοηθά να θυμάται πρόσωπα και σκηνές με μεγάλη λεπτομέρεια.
  • Το ζευγάρι άνοιξε ένα φωτογραφικό στούντιο στην παλιά αποθήκη.