φρικτά
επίρρημα1. Με τρόπο που προκαλεί φρίκη ή τρόμο, δημιουργώντας έντονη αίσθηση αποστροφής ή φόβου.
2. Ως επιρρηματική ένδειξη μεγάλου βαθμού ή έντασης, που υπογραμμίζει το μέγεθος ή την ένταση ενός χαρακτηριστικού ή γεγονότος.
Συνώνυμα
φριχτά τρομερά τρομακτικά φρικαλέα πολύ φοβερά απαίσια άθλια απίστευτα υπερβολικά συγκλονιστικά εξωφρενικά έντονα σφόδρα σούπερ τραγικά
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ένιωθα φρικτά μετά το ατύχημα.
- Τα φρικτά νέα μεταδόθηκαν αμέσως στην τηλεόραση.
- Η ταινία ήταν φρικτά τρομακτική.
- Το πόδι μου πονάει φρικτά.
- Σκεφτόταν φρικτά πράγματα που τον τρόμαζαν.