φράξιμο
ουσιαστικόΗ ενέργεια ή το αποτέλεσμα του φράζω, δηλαδή το κλείσιμο ή η παρεμπόδιση ενός ανοίγματος, διόδου ή ροής.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το φράξιμο του νεροχύτη έγινε από τα λίπη.
- Χρειάζεται φράξιμο στο σημείο της διαρροής για να σταματήσει το νερό.
- Το φράξιμο του δρόμου προκάλεσε μεγάλη καθυστέρηση στην κυκλοφορία.
- Έβαλε μια πρόχειρη σανίδα για φράξιμο της τρύπας.
- Το φράξιμο της μπουκαπόρτας έγινε για λόγους ασφάλειας.