φιλώ
ρήμα1. Αγγίζω με τα χείλη άλλο πρόσωπο ή αντικείμενο, συνήθως ως έκφραση στοργής, αγάπης ή τρυφερότητας.
2. Δίνω σύντομο ή ελαφρύ φιλί ως χαιρετισμό, ευχή ή σεξουαλική έκφραση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Σε φιλώ στο μάγουλο κάθε φορά που σε συναντώ.
- Πριν φύγω, σε φιλώ για καλή τύχη.
- Στο γράμμα έγραψα 'Σε φιλώ πολύ' πριν το στείλω.
- Κάθε φορά που γυρίζω στην πατρίδα, φιλώ το χώμα από συγκίνηση.
- Σε επίσημη επίσκεψη, φιλώ το χέρι ως ένδειξη σεβασμού.