φιλάω
ρήμα1. Αγγίζω με τα χείλη τα χείλη άλλου προσώπου ή άλλο σημείο του σώματος, ως έκφραση στοργής, έρωτα, χαιρετισμού ή παρηγοριάς.
2. Αγγίζω με τα χείλη ελαφρά και στιγμιαία ένα πρόσωπο ή αντικείμενο, ως τελετουργική, ευγενική ή σεβαστική χειρονομία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε βράδυ τη φιλάω πριν κοιμηθούμε.
- Όταν βλέπω τους γονείς, τους φιλάω στο μάγουλο.
- Το μωρό το φιλάω απαλά στο μέτωπο.
- Πριν αποχαιρετήσω, πάντα της φιλάω το χέρι από σεβασμό.
- Στην εκκλησία, φιλάω την εικόνα του αγίου κάθε Κυριακή.