φήμη
ουσιαστικό1. Πληροφορία ή υπόθεση που κυκλοφορεί προφορικά ή γραπτά για κάποιο πρόσωπο, γεγονός ή κατάσταση χωρίς επίσημη επιβεβαίωση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μια φήμη κυκλοφόρησε ότι θα κλείσει το εργοστάσιο.
- Η φήμη του εστιατορίου για την ποιότητα έχει φτάσει σε όλη την πόλη.
- Έχασε τη φήμη του μετά το σκάνδαλο.
- Δεν βασίζομαι σε μια φήμη χωρίς αποδείξεις.
- Μια φήμη για προαγωγές ανέβασε το ηθικό των εργαζομένων.