φάτσα
ουσιαστικό1. Η μπροστινή όψη του κεφαλιού που φέρει μάτια, μύτη και στόμα και αποτυπώνει αναγνωρίσιμα χαρακτηριστικά.
2. Η όψη ή έκφραση που παρουσιάζει ένα άτομο σε συγκεκριμένη στιγμή, συνήθως ενδεικτική συναισθήματος ή διάθεσης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η φάτσα του έλαμπε από χαρά.
- Μην βγάζεις τέτοια φάτσα, όλα θα φτιάξουν.
- Έβαλε νέα φάτσα στη φωτογραφία προφίλ του.
- Η φάτσα της παλιάς πολυκατοικίας χρειάζεται επισκευή.
- Του έριξε μια στη φάτσα.