υπόλειμμα
ουσιαστικό1. Το τμήμα ή η ποσότητα που παραμένει αφού αφαιρεθεί, χρησιμοποιηθεί ή καταστραφεί το κύριο μέρος.
2. Υλικό ή κατάλοιπο που προκύπτει από διαδικασίες όπως καύση, επεξεργασία ή χημικές αντιδράσεις και μένει στο τέλος της διαδικασίας.
Συνώνυμα
υπόλοιπο κατάλοιπο περίσσευμα απομείωμα απομεινάρι απολειφάδι ίζημα ψήγμα ίχνος υποπροϊόν ψίχουλο ρεστά σκουπίδι αποτύπωμα απόθεση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το υπόλειμμα του φαγητού έμεινε στο ψυγείο.
- Οι χημικές ουσίες άφησαν επικίνδυνο υπόλειμμα στο έδαφος.
- Το υπόλειμμα της διαίρεσης είναι τρία.
- Κατά τις ανασκαφές βρέθηκε ένα υπόλειμμα τείχους από την αρχαιότητα.
- Στο τέλος του έτους το υπόλειμμα του προϋπολογισμού μεταφέρθηκε στο επόμενο.