υποστροφή
ουσιαστικό1. Επιστροφή σε προηγούμενη κατάσταση, στάση ή συμπεριφορά μετά από περίοδο αλλαγής ή βελτίωσης.
2. Επανεμφάνιση ασθένειας ή συμπτωμάτων μετά από φάση υποχώρησης ή θεραπείας.
Συνώνυμα
υποτροπή παλινδρόμηση πισωγύρισμα οπισθοδρόμηση οπισθοχώρηση υποχώρηση επανεμφάνιση αναζωπύρωση επαναφορά επιστροφή εσωστρέφεια αποχώρηση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η υποστροφή της νόσου ανησύχησε το ιατρικό προσωπικό.
- Μετά από μήνες απεξάρτησης, υπέστη υποστροφή.
- Η υποστροφή στις δημοκρατικές αξίες προκάλεσε μεγάλες κοινωνικές αντιδράσεις.
- Η ομάδα παρουσίασε υποστροφή στην απόδοσή της μετά τον τραυματισμό του αρχηγού.
- Ο μαθητής έκανε υποστροφή στις παλιές του συνήθειες.