υπερήφανος
επίθετο1. Που αισθάνεται μεγάλη ικανοποίηση και αυτοεκτίμηση για τον εαυτό του, τις ικανότητές του ή τα επιτεύγματά του.
Συνώνυμα
περήφανος καμαρωμένος αυτοπεποίθητος αλαζονικός αλαζόνας υπεροπτικός υψηλόφρων έπαρτος φουσκωμένος υπερφίαλος αγέρωχος εγωιστικός αυτοθαυμαζόμενος μεγαλοπρεπής επιβλητικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Είμαι υπερήφανος για τη δουλειά που έκανα.
- Η μητέρα ήταν υπερήφανη όταν είδε το παιδί της να αποφοιτά.
- Οι γονείς αισθάνθηκαν υπερήφανοι για τα επιτεύγματα των παιδιών τους.
- Κράτησε το κεφάλι του υπερήφανο και αποχώρησε.
- Ήταν υπερήφανος και δεν ζήτησε συγγνώμη, παρόλο που είχε άδικο.