τυχερός
επίθετοΠου απολαμβάνει ευνοϊκά αποτελέσματα ή γεγονότα χωρίς να τα προκαλεί, εξαιτίας της τύχης ή της σύμπτωσης.
Συνώνυμα
ευτυχής ευδαίμων ευλογημένος ευνοημένος τύχιος προνομιούχος ευοδωμένος ευτυχισμένος επιτυχημένος τυχερούλης τυχεράκιας επιτυχής στοχαστικός ωφελούμενος
Αντώνυμα
άτυχος ατυχής γρουσούζος γρουσούζης κακορίζικος κακότυχος κακοτυχισμένος καταραμένος καημένος κακομοίρης ταλαίπωρος δυστυχής τραγικός αναθεματισμένος μοιραίος αποτυχής αποτυχημένος
Παραδείγματα χρήσης
- Είμαι τυχερός που έχω τέτοιους φίλους.
- Ήταν τυχερός και βρήκε εργασία αμέσως μετά τη συνέντευξη.
- Έσπασα το πόδι μου, αλλά ήμουν τυχερή που το κάταγμα ήταν ελαφρύ.
- Οι παίκτες ήταν τυχεροί και κέρδισαν το πρωτάθλημα.
- Ελπίζω να είσαι τυχερός στη νέα σου δουλειά.