τυφλά

επίρρημα

1. Χωρίς να βλέπει κανείς, με τρόπο που δεν στηρίζεται στην όραση.

2. Με τρόπο που δεν εξετάζονται ή δεν λαμβάνονται υπόψη πληροφορίες ή συνέπειες, ενεργώντας χωρίς κριτική εξέταση ή προσοχή.

Συνώνυμα

τυφλώς άκριτα αδιακρίτως ανεξέταστα αβασάνιστα αφελώς αυτόματα αστόχαστα απρόσεκτα παρορμητικά αβίαστα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ακολούθησε τις οδηγίες τυφλά, χωρίς να σκεφτεί τις συνέπειες.
  • Τον εμπιστεύομαι τυφλά.
  • Ρίχνει βέλη τυφλά, ελπίζοντας να χτυπήσει τον στόχο.
  • Τα τυφλά άτομα χρειάζονται υποστήριξη στην καθημερινότητα.
  • Πρέπει να ελέγχεις τα τυφλά σημεία πριν αλλάξεις λωρίδα.