τσεκάρω

ρήμα

1. Εξετάζω κάτι για να διαπιστώσω την ορθότητά του, την κατάσταση ή την παρουσία/απουσία συγκεκριμένων στοιχείων.

2. Επαληθεύω πληροφορίες, ρυθμίσεις ή αποτελέσματα για να βεβαιωθώ ότι είναι σωστά ή ενημερωμένα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Θα τσεκάρω τα εισερχόμενα και θα σου απαντήσω.
  • Πρέπει να τσεκάρω το λάδι του αυτοκινήτου πριν το ταξίδι.
  • Μπορώ να τσεκάρω αν η κράτηση είναι ενεργή;
  • Θα τσεκάρω το αρχείο για τυχόν λάθη πριν το στείλω.
  • Στο πάρτι ίσως τσεκάρω τον καινούριο DJ για να δω τι παίζει.