τρωτός

επίθετο

1. Που μπορεί να υποστεί τραυματισμό, βλάβη ή πόνο από εξωτερική, φυσική ή μηχανική επίδραση.

2. Που μπορεί να προσβληθεί ή να βλαφθεί από παράγοντες του περιβάλλοντος ή βιολογικής φύσης.

Συνώνυμα

ευάλωτος βρώσιμος φαγώσιμος ευπαθής ευαίσθητος επιρρεπής εκτεθειμένος ανυπερασπίστος τραυματίσιμος αδύναμος εύθραυστος προσβλητός χτυπητός ασθενέστερος ασθενικός

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το στρατόπεδο ήταν τρωτό απέναντι στις εχθρικές επιθέσεις.
  • Έχεις αναφέρει τα τρωτά σημεία του σχεδίου στην παρουσίαση;
  • Η ασφάλεια του συστήματος κρίθηκε τρωτή από τον ειδικό.
  • Ο οργανισμός είναι τρωτός σε ορισμένα στελέχη ιών.
  • Αυτό το είδος μανιταριού είναι τρωτό, αλλά πρέπει να μαγειρευτεί καλά.
  • Τα προσωπικά του δεδομένα αποδείχθηκαν τρωτά σε επιθέσεις κοινωνικής μηχανικής.