τροποποιώ

ρήμα

1. Επεμβαίνω σε κάποιο αντικείμενο, κείμενο, σύστημα ή διαδικασία ώστε να διαφοροποιήσω στοιχεία της δομής, του περιεχομένου, της λειτουργίας ή των ιδιοτήτων του.

Συνώνυμα

αλλάζω μεταβάλλω πειράζω προσαρμόζω αλλοιώνω παραλλάσσω διαμορφώνω μετατρέπω αναθεωρώ αναπροσαρμόζω παραμετροποιώ επεξεργάζομαι μετασχηματίζω αναδιαμορφώνω διορθώνω διόρθωνω βελτιώνω επεμβαίνω μεταποιώ παραμορφώνω εναρμονίζω διασκευάζω πειραματίζομαι

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Στο έγγραφο, τροποποιώ τις παραγράφους πριν την υποβολή.
  • Κάθε φορά που τροποποιώ τον κώδικα, τρέχω το σύνολο των δοκιμών.
  • Στη συζήτηση για το νομοσχέδιο, τροποποιώ τις διατάξεις ώστε να είναι πιο σαφείς.
  • Στο εργαστήριο, τροποποιώ μικροοργανισμούς μόνο με αυστηρά πρωτόκολλα ασφαλείας.
  • Δεν τροποποιώ τις ρυθμίσεις χωρίς να ενημερώσω πρώτα την ομάδα.