τράβηγμα
ουσιαστικό1. Η ενέργεια του τραβάω, δηλαδή η κίνηση ή η δύναμη με την οποία κάτι έρχεται προς κάποια κατεύθυνση ή απομακρύνεται από το σημείο όπου βρίσκεται.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το ξαφνικό τράβηγμα του χεριού του με ξύπνησε.
- Ένιωσε ένα τράβηγμα στη μέση όταν σήκωσε το κουτί.
- Το τράβηγμα του σχοινιού άνοιξε την πόρτα.
- Το συνεχές τράβηγμα στα μαλλιά τού προκάλεσε πόνο.
- Υπήρχε έντονο τράβηγμα προς το κέντρο της πόλης λόγω της συναυλίας.