τεταμένος
επίθετο1. Που είναι τεντωμένος ή απλωμένος σε όλο το μήκος του, χωρίς χαλάρωση.
2. Που βρίσκεται σε κατάσταση έντασης ή πίεσης, ιδίως λόγω κόπωσης, αγωνίας ή προετοιμασίας για κάτι.
Συνώνυμα
σφιγμένος στρεσαρισμένος τρυπημένος νευρικός αγχωμένος αναστατωμένος φορτισμένος ανήσυχος τραβηγμένος αγωνιώδης δραματικός ταραχώδης αγχώδης συγκεχυμένος αμήχανος στυλωμένος άκαμπτος σκληρός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ήταν τεταμένος πριν από τη συνέντευξη και δεν μιλούσε πολύ.
- Η ατμόσφαιρα στην αίθουσα ήταν τεταμένη μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων.
- Το σχοινί έμεινε τεταμένο για να κρατήσει τη σκηνή σταθερή.
- Η σχέση τους είχε γίνει πολύ τεταμένη τον τελευταίο καιρό.
- Στα μάτια του φαινόταν ένα τεταμένο βλέμμα που πρόδιδε ανησυχία.