τελικός
άλλο1. Που βρίσκεται στο τέλος ή κλείνει μια διαδικασία, σειρά γεγονότων, περίοδο ή αλληλουχία.
2. Που δηλώνει την ολοκλήρωση και καθορίζει την τελική έκβαση ή το συμπέρασμα ενός ζητήματος, αξιολόγησης ή διαδικασίας.
Συνώνυμα
τελευταίος οριστικός τελεσίδικος αποφασιστικός καθοριστικός έσχατος καταληκτικός οριακός τελειωτικός συμπερασματικός φινάλε ουραγός
Αντώνυμα
προσωρινός προκαταρκτικός αρχικός πρώτος ενδιάμεσος μεταβατικός αναποφάσιστος αβέβαιος αμφίβολος προπαρασκευαστικός προγενέστερος πρωτογενής
Παραδείγματα χρήσης
- Ο τελικός του πρωταθλήματος θα γίνει την Κυριακή.
- Ο τελικός του μαθήματος είναι την επόμενη εβδομάδα.
- Ο τελικός λόγος ανήκει στη διοίκηση.
- Ο τελικός απολογισμός της εταιρείας δημοσιεύτηκε χθες.
- Ο τελικός στόχος της ομάδας είναι η κατάκτηση του τίτλου.