τελεία
ουσιαστικό1. Μικρό στρογγυλό σημείο (.) που τοποθετείται στο τέλος μιας πρότασης για να σημάνει το πέρας ή το κλείσιμο της.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έβαλε τελεία στο τέλος της πρότασης.
- Στο 'example.com' υπάρχει τελεία ανάμεσα στο όνομα και στον τομέα.
- Στον προγραμματισμό, η πρόσβαση σε μέλη αντικειμένου γίνεται με τελεία.
- Σε κάποιες χώρες ο δεκαδικός διαχωριστής είναι τελεία, όχι κόμμα.
- Η απόφαση ήταν τελεία και παύλα.