τατουάζ
ουσιαστικόΣχέδιο ή διάκοσμος στο δέρμα που δημιουργείται με την εισαγωγή μελανιών στη δερμίδα, συνήθως μόνιμα, ως μορφή τέχνης σώματος, προσωπικής έκφρασης ή σήματος ταυτότητας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έκανε ένα τατουάζ στον καρπό της.
- Τα τατουάζ του είναι όλα εμπνευσμένα από ταξίδια.
- Το τατουάζ πόνεσε στην αρχή, αλλά μετά ο πόνος υποχώρησε.
- Η εμπειρία έμεινε σαν τατουάζ στην ψυχή της.
- Το τατουάζ χρειάζεται καθημερινή φροντίδα τις πρώτες μέρες.