ταξινομώ
ρήμαΒάζω πράγματα, πληροφορίες ή πρόσωπα σε ομάδες ή σειρές με βάση κοινά χαρακτηριστικά, κριτήρια ή σειρά.
Συνώνυμα
κατατάσσω ομαδοποιώ καταχωρίζω καταγράφω διατάσσω διευθετώ οργανώνω τακτοποιώ διαχωρίζω αρχειοθετώ χαρακτηρίζω κωδικοποιώ συμμαζεύω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Θα ταξινομώ τα βιβλία στη βιβλιοθήκη ανάλογα με το θέμα τους.
- Η δασκάλα μάς έμαθε να ταξινομώ τα φυτά σε κατηγορίες.
- Πρέπει να ταξινομώ τα έγγραφα πριν τα αρχειοθετήσω.
- Ο αλγόριθμος μπορεί να ταξινομώ τα δεδομένα με βάση τη σημασία τους.
- Στον απολογισμό, οι ειδικοί ταξινομώ τα περιστατικά κατά προτεραιότητα.