ταλαιπωρώ

ρήμα

1. Υποβάλλω κάποιον σε κόπο ή σε ψυχική και σωματική δυσφορία με ενέργειες, μεταχείριση ή συνθήκες που τον εξαντλούν ή τον στεναχωρούν.

2. Προκαλώ φθορά ή καταπόνηση σε αντικείμενο ή οργανισμό λόγω συχνής, βαριάς ή κακομεταχείρισης.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Συγγνώμη αν σε ταλαιπωρώ, αλλά χρειάζομαι μια χάρη.
  • Προσπαθώ να μην ταλαιπωρώ τους φίλους μου με τα προσωπικά μου προβλήματα.
  • Δεν θέλω να ταλαιπωρώ το αυτοκίνητο σε κακοτράχαλους δρόμους.
  • Μετανιώνω που συνεχίζω και ταλαιπωρώ τη γιαγιά με τόσες ερωτήσεις.
  • Οι γραφειοκρατικές διαδικασίες με κάνουν να ταλαιπωρώ ώρες προσπαθώντας να βρω πληροφορίες.