ταβέρνα
ουσιαστικόΧώρος όπου σερβίρονται κυρίως παραδοσιακά ελληνικά πιάτα (μαγειρευτά, ψητά, μεζέδες) και ποτά, συνήθως σε ανεπίσημο, φιλικό ή οικογενειακό περιβάλλον, με έμφαση στην τοπική κουζίνα και τη συντροφικότητα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ταβέρνα στην πλατεία σερβίρει φρέσκα θαλασσινά.
- Προτίμησα να πάω στην ταβέρνα του χωριού για το οικογενειακό γεύμα.
- Τις Κυριακές οι ταβέρνες είναι γεμάτες οικογένειες.
- Διάβασα το μενού της ταβέρνας πριν αποφασίσω τι θα παραγγείλω.
- Ο χώρος είχε τη ζεστασιά μιας ταβέρνας.