σώσιμο
ουσιαστικό1. Ενέργεια ή αποτέλεσμα της απομάκρυνσης προσώπου ή αντικειμένου από κατάσταση άμεσου κινδύνου, ώστε να προληφθεί ο τραυματισμός, ο θάνατος ή η καταστροφή.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το σώσιμο του ναυαγού έγινε από τους διασώστες της ακτοφυλακής.
- Προσεύχονταν για το σώσιμο της ψυχής του.
- Το σώσιμο των αρχείων σε εξωτερικό σκληρό δίσκο είναι απαραίτητο.
- Το σώσιμο του ιστορικού κτιρίου απαιτούσε άμεση παρέμβαση.
- Χάρη στις γρήγορες ενέργειες της ομάδας, το σώσιμο της παράστασης ήταν επιτυχές.