σχετίζομαι

ρήμα

1. Έχω σχέση ή αλληλεπίδραση με κάτι ή κάποιον, έτσι ώστε ιδιότητες, γεγονότα ή καταστάσεις να επηρεάζονται ή να συνδέονται μεταξύ τους.

2. Αφορώ ή αναφέρομαι σε ένα θέμα, ζήτημα ή πλαίσιο, καθιστώντας το σχετικό με την υπό εξέταση περίπτωση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το πρόβλημα σχετίζεται με την έλλειψη πόρων.
  • Εγώ δεν σχετίζομαι με αυτήν την απόφαση.
  • Οι οικονομικές μεταβολές σχετίζονται άμεσα με τις πολιτικές αποφάσεις.
  • Τα δύο φαινόμενα σχετίζονται μεταξύ τους, αλλά δεν είναι το ένα αιτία του άλλου.
  • Η ερώτηση στο τεστ σχετίζεται με το κεφάλαιο που διαβάσαμε χτες.